Public-domain ebook
Καλαμιές στον άνεμο
Greek759 downloads on Project GutenbergDownload EPUB
Public-domain ebook sourced from Project Gutenberg #28658.
Public-domain ebook
Greek759 downloads on Project GutenbergDownload EPUB
Public-domain ebook sourced from Project Gutenberg #28658.
The opening · free to read
Η Γκράτσια Ντελέντα (Grazia Deledda) γεννήθηκε το 1871 στο Νούορο της Σαρδηνίας. Αν και καταγόταν από ευκατάστατη οικογένεια, οι σπουδές της υπήρξαν πολύ περιορισμένες και δεν ξεπέρασαν εκείνες της τέταρτης τάξης της στοιχειώδους εκπαίδευσης. Σε ένα περιβάλλον ασφυκτικό και εχθρικό για την ανάπτυξη της γυναικείας προσωπικότητας, όπως ήταν γενικά η ιταλική επαρχία και ειδικότερα η Σαρδηνία στα μέσα του 18ου αιώνα, μόνη διέξοδος για τις ανησυχίες και τα ενδιαφέροντα της νεαρής Ντελέντα ήταν η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων. Διάβαζε με πάθος ό, τι της έπεφτε στο χέρι: Μπαλζάκ, Δουμά, Ουγκώ, Βύρωνα, Σκοτ κι έτσι άρχισε να εκδηλώνεται νωρίς η έφεσή της στα γράμματα.
Τα πρώτα της έργα υπήρξαν ποιήματα, αλλά σύντομα εγκατέλειψε την ποίηση για να αφοσιωθεί οριστικά στην πεζογραφία. Το 1886 δημοσιεύει το πρώτο της διήγημα σε μια εφημερίδα του Νούορο και συνεχίζει να γράφει διηγήματα για τον τοπικό τύπο.
Το 1896 δημοσιεύει το πρώτο της μυθιστόρημα με τίτλο Η οδός του κακού (La via del male) και δέχεται ευμενείς κριτικές από το λογοτέχνη και κριτικό Λουΐτζι Καπουάνα (Luigi Capuana). Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστή και έξω από τα στενα πλαίσια του νησιού της.
Στο μεταξύ οι αναγνώσεις της λογοτεχνικών έργων γίνονται τώρα πιο συστηματικές και είναι πιο εμφανείς στο γράψιμό της οι επιδράσεις των βεριστών (ιταλοί ρεαλιστές και νατουραλιστές πεζογράφοι) αλλά και του Ντ’ Ανούντσιο, των Γάλλων ρεαλιστών και νατουραλιστών καθώς και των Ρώσων Τολστόι και Ντοστογιέφσκι.
Το 1899 αφήνει για πρώτη φορά τη γενέθλια πόλη και μεταβαίνει στο Καλίαρι, όπου γνωρίζεται με τον μέλλοντα σύζυγό της, τον οποίο παντρεύεται τον επόμενο χρόνο και μετακομίζει μαζί του οριστικά στη Ρώμη. Εκεί θα ζήσει μέχρι το θάνατό της (το 1936), αφοσιωμένη στο γράψιμο και στην οικογένειά της (το σύζυγο και τα δυο παιδιά της), μακριά από τη δημοσιότητα και την κοσμική ζωή της πόλης. Στη Ρώμη εξάλλου θα γράψει και τα έργα τής ωριμότητάς της, τα σπουδαιότερα από τα οποία είναι τα μυθιστορήματα: Ελίας Πορτούλου (Elias Portulu, 1900), Στάχτη (Cenere, 1904), Ο κισσός (L’ edera, 1906), Καλαμιές στον άνεμο (Canne al vento, 1913), Μαριάννα Σίρκα (Marianna Sirca, 1915), Η πυρκαγιά του ελαιώνα (L’ incendio dell’ uliveto, 1917), Η μητέρα (La madre, 1919), Η εκκλησία της μοναξιάς (La chiesa della solitudine, 1936). Μετά το θάνατό της κυκλοφόρησε το σχεδόν αυτοβιογραφικό μυθιστόρημά της Κόζιμα (Cosima, 1937). Εκτός από τα παραπάνω έγραψε και πληθος διηγημάτων καθώς και μερικά ακόμη μυθιστορήματα.
Η δράση σε όλα σχεδόν τα έργα της τοποθετείται στη Σαρδηνία και περιστρέφεται γύρω από την πάλη του νέου με το παλιό, της ανερχόμενης αστικής τάξης με την αρχαϊκή, φεουδαρχική σχεδόν, κοινωνία του νησιού, αλλά και σε ατομικό επίπεδο τη συνειδησιακή πάλη του καλού με το κακό, το διαρκή αγώνα για λύτρωση.
Το 1926 έλαβε το βραβείο Νόμπελ για τη λογοτεχνία.
«Καλαμιές στον άνεμο» ή η πορεία προς τη λύτρωση.
Πρόκειται ίσως για το γνωστότερο διεθνώς μυθιστόρημα της Ντελέντα. Κι εδώ η υπόθεση εκτυλίσσεται στη Σαρδηνία. Το κύριο πρόσωπο του έργου, ο Έφις, είναι ο ηλικιωμένος υπηρέτης στο σπίτι της οικογένειας Πιντόρ. Από την ξεπεσμένη οικογένεια ευγενών έχουν απομείνει μόνο τρεις αδελφές: δυο γεροντοκόρες και μια νεότερη, ανύπαντρη κι εκείνη. Ο υπηρέτης έταξε σκοπό στη ζωή του να υπηρετήσει με πλήρη αφοσίωση τις τρεις γυναίκες που απόμειναν μόνες και απροστάτευτες, επειδή πιστεύει πως έτσι θα εξιλεωθεί από μια παλιά κρυφή ενοχή που τον βαραίνει: σκότωσε άθελά του το αφεντικό του, στην προσπάθεια να φυγαδεύσει στη Ρώμη μαζί με τον εραστή της την τέταρτη αδελφή, τη Λία, που αγαπούσε κρυφά χωρίς ανταπόκριση.
Μέσα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει, όπου η παράδοση και οι αρχαϊκές κοινωνικές δομές αντιστέκονται όσο μπορούν στην εισβολή των νέων οικονομικών σχέσεων και των αντιλήψεων που τις συνοδεύουν «Το παρελθόν κυριαρχούσε ακόμη στον τόπο» «Οι ψυχές των γερόντων ξαναζούν μέσα στους νέους» «Τώρα οι κύριοι είναι ακριβώς οι έμποροι» Ο Έφις ζει το προσωπικό του δράμα σαν ντοστογιεφσκικός ήρωας, ζητώντας τη λύτρωση μέσα από τον πόνο και την ταπείνωση. Δεν καταλαβαίνει τις αλλαγές που συντελούνται γύρω του. Γνωρίζει ποια είναι η κοινωνική του θέση και την αποδέχεται αδιαμαρτύρητα∙ «είμαι ένας ταπεινός υπηρέτης», επαναλαμβάνει συχνά και δέχεται χωρίς αντίδραση την ξιπασιά της νεαρής κυράς του «Εσύ δεν είσαι παρά ένας υπηρέτης! Δεν μας το συγχωρείς που είμαστε από αρχοντική γενιά…» Από αρχοντική γενιά, ναι, αλλά εάν δεν τις φρόντιζε ο γερο- υπηρέτης, θα πέθαιναν και οι τρεις από την πείνα. Αποκαλυπτικός είναι ο διάλογος μεταξύ του Έφις και του Τζατσίντο, γιού της νεκρής πια Λία και ανεψιού των αδελφάδων Πιντόρ, που ήρθε στο νησί από τη Ρώμη, άθλιος και δυστυχισμένος, για να κάνει την τύχη του και που αποτελεί το φορέα των νέων ιδεών και της «τεχνολογίας» (φέρνει μαζί του το ποδήλατο, το τέρας της αποκαλύψεως για τους νησιώτες, δέχεται να δουλέψει ως εργάτης, αν και είναι ευγενικής καταγωγής κ.α.) «… ξανάρχισε (ο Τζατσίντο) τις ιστορίες για τα μυθικά πλούτη των Στεριανών Κυρίων, για τις κακές τους συνήθειες και τη διαφθορά τους. - Και αυτοί είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι; ρώτησε ο Έφις σχεδόν θυμωμένα. - Κι εμείς είμαστε άνθρωποι ευχαριστημένοι; - Εγώ ναι, κύριέ μου! είπε ο Έφις.» Γιατί όμως είναι ευχαριστημένος; Γιατί ξέρει πως «Γεννηθήκαμε για να υποφέρουμε, όπως Εκείνος και γι’ αυτό πρέπει να κλαίμε και να σωπαίνουμε».
Η ευτυχία είναι δώρο του Θεού, είναι η λύτρωση που την κερδίζουμε παλεύοντας καθημερινά με το κακό, με τα πάθη μας, προσφέροντας τους εαυτούς μας στους άλλους με αυταπάρνηση. «Εσύ (Έφις) πού τη βρήκες την πραγματική σωτηρία;» τον ρωτάει ο Τζατσίντο και απαντάει ο ίδιος «Ζώντας για τους άλλους∙ αυτό θέλω να κάνω κι εγώ».
Τη λύτρωση όμως την κερδίζουμε κυρίως περνώντας μέσα από την αμαρτία και τον πόνο, ψυχικό και σωματικό, γιατί έτσι αναδεικνύεται το θεϊκό μεγαλείο κι εμείς αγγίζουμε την αιωνιότητα «Κύριε, σ’ ευχαριστώ, πάρε τώρα την ψυχή μου. Είμαι ευτυχισμένος που υπέφερα, που αμάρτησα, γιατί δοκιμάζω το θεϊκό σου έλεος, τη συγχώρεσή σου, τη βοήθειά σου, την απέραντη μεγαλοσύνη σου.» προσεύχεται ο Έφις.
Άλλη οδός σωτηρίας δεν υπάρχει, δεν υπάρχει άλλη διέξοδος γιατί «- Σαν τις καλαμιές στον άνεμο είμαστε. Εμείς είμαστε τα καλάμια και η μοίρα είναι ο άνεμος. - Γιατί όμως μια τέτοια μοίρα; - Και ο άνεμος γιατί; Ο Θεός μόνο ξέρει. - Γεννηθήτω, τότε, το θέλημά Του.»
Εξάλλου, όπως λέει και μια από τις κυράδες του, «Μπροστά στο Θεό δεν υπάρχουν ούτε υπηρέτες ούτε αφεντικά» γιατί «…μέσα μας βρίσκεται η γιατρειά. Καρδιά πρέπει να έχουμε, τιποτ’ άλλο…»
Έτσι, το υπαρξιακό πρόβλημα του Έφις λύνεται μέσα από τη θρησκευτική πίστη. Όλη η ζωή του δεν είναι άλλο παρά η πορεία μιας κολασμένης ψυχής που πρέπει να φτάσει στον αιώνιο προορισμό της.
Αν και η Ντελέντα επηρεάστηκε από το βερισμό, ο τρόπος γραφής της βρίσκεται πιο κοντά στο ρομαντισμό. Από το βερισμό κρατά τη ρεαλιστική του διάσταση, αλλά δεν αποστασιοποιείται εντελώς από τα πρόσωπα και τα γεγονότα που περιγράφει.
Το αφηγηματικό της ύφος δίνει έμφαση στον περιβάλλοντα χώρο και τονίζει τις ψυχικές και συναισθηματικές καταστάσεις των προσώπων. Ο λυρισμός, οι συχνές, μέχρις υπερβολής, παρομοιώσεις και οι μεταφορές τοποθετούν τον αναγνώστη σ’ έναν χώρο που μοιάζει να είναι κι αυτός ζωντανός και να συμμετέχει στα δρώμενα, συμπάσχοντας με τους ανθρώπους. Έτσι, τα φυσικά φαινόμενα προσωποποιούνται συχνά, προεκτείνοντας το ανθρώπινο δράμα. «Περνάει ο άνεμος και τα καλάμια τρέμουν και ψιθυρίζουν: Έφις θυμάσαι, Έφις θυμάσαι; Έφυγες, ξαναγύρισες, είσαι πάλι ανάμεσά μας σαν κάποιος της οικογένειας. Άλλος λυγίζει και άλλος σπάει, άλλος αντέχει σήμερα, αλλά θα λυγίσει αύριο και μεθαύριο θα σπάσει. Έφις θυμάσαι;»
Οι διάλογοι, από την άλλη, είναι συχνοί και όλο ζωντάνια, με κάποιες διαλεκτικές πινελιές εδώ κι εκεί. Ο τρόπος που εκφράζονται τα πρόσωπα του μυθιστορήματος αντανακλά πολλές φορές την κοινωνική τους θέση, αλλά και τις σχέσεις που έχουν αναπτυχθεί μεταξύ τους. Έτσι, ο μεγαλοκτηματίας ευγενής, ξάδελφος των αδελφάδων Πιντόρ βλέπει αφ’ υψηλού τους πάντες και απευθύνεται με τρόπο περιφρονητικό και σχεδόν υβριστικό στους κοινωνικά κατωτέρους του. Το ίδιο και η Νοέμι, η νεώτερη αδελφή και θεματοφύλακας της παράδοσης και της τιμής και αξιοπρέπειας της ξεπεσμένης της οικογένειας, μιλάει πολλές φορές αλαζονικά και ειρωνικά προς τον υπηρέτη, ο οποίος, αν και είναι ευγενικός και προσηνής προς τις κυράδες του και δουλικός προς τον ξάδελφό τους, χρησιμοποιεί ωστόσο σκληρή πολλές φορές γλώσσα προς την τοκογλύφο, που βρίσκεται στην ίδια κοινωνική βαθμίδα με αυτόν.
Συχνές είναι τέλος και οι φολκλορικές αναφορές στα ήθη, τα έθιμα, στη μουσική και τους χορούς, στις τοπικές φορεσιές των κατοίκων του νησιού, ακόμη και στην αρχιτεκτονική των κατοικιών.
Όλη τη μέρα ο Έφις, υπηρέτης στις κυρίες Πιντόρ, δούλευε για να ενισχύσει το πρωτόγονο ανάχωμα που είχε κατασκευάσει ο ίδιος σιγά σιγά με τα χρόνια και με κόπο, κάτω στο βάθος του μικρού κτήματος, πλάι στο ποτάμι, και ενώ έπαιρνε να βραδιάζει ατένιζε το έργο του από ψηλά, καθισμένος μπροστά στην καλύβα, κάτω από το γλαυκό φρύδι που σχημάτιζαν τα καλάμια στα μισά της πλαγιάς του λευκού Λόφου των Περιστεριών.
Να το ολόκληρο στα πόδια του, σιωπηλό κι εδώ κι εκεί να γυαλίζει από τα νερά στο λιόγερμα, το κτηματάκι που ο Έφις λογάριαζε περισσότερο δικό του παρά των κυράδων του. Τριάντα χρόνια κατοχής και εργασίας το είχαν κάνει δικό του και οι αιμασιές από φραγκοσυκιές που το κλείνουν από πάνω προς τα κάτω σαν δυο γκρίζοι τοίχοι που σέρνονται από πεζούλα σε πεζούλα, από το λόφο μέχρι το ποτάμι, του φαίνονται να είναι τα σύνορα του κόσμου.
Ο υπηρέτης δεν κοίταζε πέρα από το κτηματάκι και για το λόγο ότι τα χωράφια που βρίσκονταν από τη μια μεριά και από την άλλη ανήκαν κάποτε στις κυράδες του: γιατί να θυμάται τα παλιά; Ανώφελη, θλιβερή θύμηση. Καλύτερα να σκέφτεται το μέλλον και να ελπίζει στη βοήθεια του Θεού.
Και ο Θεός υποσχόταν μια καλή χρονιά ή τουλάχιστον γέμιζε με λουλούδια όλες τις αμυγδαλιές και τις ροδακινιές της κοιλάδας που βρισκόταν ανάμεσα σε δυο σειρές λευκών λόφων, με τα αχνογάλαζα βουνά στο βάθος προς τη δύση και με τη θάλασσα στην ανατολή. Η κοιλάδα σκεπασμένη με την ανοιξιάτικη βλάστηση, με νερά, με θάμνους, με λουλούδια, έδινε την εντύπωση μιας κούνιας γεμάτης με πράσινα πέπλα και γαλάζιες κορδέλες, με το μονότονο μουρμούρισμα του ποταμού σαν εκείνο ενός μικρού παιδιού που αποκοιμιέται.
Οι μέρες όμως ήταν κιόλας πολύ ζεστές και ο Έφις σκεφτόταν και τις μπόρες που φουσκώνουν το ποτάμι χωρίς αναχώματα και το κάνουν να τινάζεται σαν θεριό και να καταστρέφει τα πάντα. Να ελπίζει κανείς, ναι, αλλά όχι και να έχει εμπιστοσύνη• ν’ αγρυπνά σαν τις καλαμιές πάνω στο φρύδι του λόφου που σε κάθε φύσημα του ανέμου χτυπά η μια τα φύλλα της άλλης σαν να ειδοποιούνται μεταξύ τους για τον κίνδυνο.
Γι’ αυτό είχε δουλέψει όλη τη μέρα και τώρα, περιμένοντας να πέσει η νύχτα και για να μη μένει αργός, έπλεκε μια ψάθα από βούρλα και παρακαλούσε το Θεό να πιάσει τόπο η δουλειά του. Τι αξία έχει ένα μικρό ανάχωμα εάν ο Θεός δεν το κάνει, με τη θέλησή του, δυνατό σαν βουνό;
Εφτά βούρλα λοιπόν, πλεγμένα σ' ένα κλαδί λυγαριάς και μαζί εφτά προσευχές στον Κύριο και στην Παναγία του Ριμέντιο, μεγάλη η χάρη της. Να εκεί κάτω στο γαλάζιο ορίζοντα του δειλινού το εκκλησάκι της και ο περίβολος από καλύβες ήρεμος σαν προϊστορικό χωριό, εγκαταλειμμένο εκεί από αιώνες. Εκείνη την ώρα, ενώ το φεγγάρι ξεπρόβαλε σαν μεγάλο τριαντάφυλλο ανάμεσα στους θάμνους του λόφου και οι φλόμοι σκόρπιζαν τη μυρωδιά τους στις όχθες του ποταμού, προσεύχονταν και οι κυράδες του Έφις: η ντόνα Έστερ, η μεγαλύτερη, ας είναι ευλογημένη, θα τον μνημόνευε σίγουρα κι αυτόν τον αμαρτωλό. Αρκούσε αυτό για να νοιώθει ικανοποιημένος και αποζημιωμένος για τους κόπους του.
The book keeps going
Reading is free forever. Sign up and watch scenes appear while you read.



Scenes Storieta drew for other classics.
New illustrated classics
Once or twice a month: the latest books to get full character casts, scene art, and free comic editions. No account needed.