Storieta
Sign up

The opening · free to read

Ραψωδία Η

Τούτα εύχετ' ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας• την κόρη ωστόσον έπαιρναν 'ς την πόλι τα μουλάρια. και ότ' έφθασε 'ς τα υπέρλαμπρα παλάτια του πατρός της 'ς τα πρόθυρα τα εκράτησε, και ολόρθοι ολόγυρά της οι θεϊκοί της αδελφοί τα λύσαν απ' τ' αμάξι, 5 κ' έμπαζαν τα φορέματα• 'ς το δώμα της η κόρη εσύρθη και της άναβε φωτιάν η Απειραία γερόντισσα Ευρυμέδουσα θεράπαινα, 'που εφέραν απ' την Απείρην άλλοτε τα ισόπλευρα καράβια, και δώρο τότ' εξαίρετον εδόθη του Αλκινόου, 10 του βασιλέα, 'π' ως θεόν οι Φαίακες ετίμαν. την λευκοχέρα Ναυσικά τούτ' είχεν αναστήσει, και τώρα στιά της άναβε κ' ετοίμαζε τον δείπνο.

Και προς την πόλι κίνησεν ο θείος Οδυσσέας• κ' η Αθηνά καλόθελα τον έζωσε κατάχνια, 15 μην απαντώντας τον κανείς των ανδρικών Φαιάκων ανεγελάση αυτόν πικρά και ποιος είν' ερωτήση. και εις την τερπνήν ότ' έμελλε την πόλι να πατήση, κει τον απάντησε η θεά, η γλαυκομμάτ' Αθήνη, με σχήμα κόρης τρυφερής, 'που στάμναν εβαστούσε, 20 κ' εμπρός του εστάθη• ερώτησεν ο θείος Οδυσσέας• «Παιδί μου, δεν μου έδειχνες το σπίτι του Αλκινόου, του ανδρός, οπ' όλων των λαών εδώ 'ναι βασιλέας; ξένος εγώ ταλαίπωρος φθασμένος εδώ πέρα μέσ' από μέρη μακρυνά, κανέναν των ανθρώπων, 25 απ' όσους έχει τούτ' η γη και η χώρα, δεν γνωρίζω».

Τότε η θεά του απάντησεν, η γλαυκομμάτ' Αθήνη• «Πατέρα ξένε, σένα εγώ το σπίτι οπού ζητείς με θα δείξω• ότ' είναι σύνεγγυς του δοξαστού πατρός μου• αλλά σιγά προχώρησε κ' εγώ τον δρόμο δείχνω. 30 και μη κυττάζης άνθρωπον, μηδ' ερωτάς κανέναν, ότι τους ξένους τόσο αυτοί πολύ δεν υποφέρουν, και όποιος εδώ φθάση απ' αλλού, δεν τον περιποιούνται. το θάρρος έχουν 'ς τα γοργά καράβια τους και σχίζουν τα πέλαγα, ως εχάρισε 'ς αυτούς ο κοσμοσείστης. 35 και ως το πτερόν ή ο στοχασμός τα πλοία τους πετιούνται».

Είπε κ' επροπορεύθηκε κείνου η Παλλάδ' Αθήνη γοργά, και αυτός εβάδιζεν εις της θεάς τα χνάρια. και οι Φαίακες οι ναυτικοί ποσώς δεν τον νοήσαν 'ς τη μέση τους ως διάβαινε την πόλιν, ότ' η Αθήνη, 40 καλόκομη, δεινή θεά, δεν άφινε, αλλ' ομίχλην του έχυσε ολόγυρα πυκνήν, ότι γι' αυτόν πονούσε. και τους λιμέναις θαύμαζεν αυτός και τα ίσια πλοία, ταις αγοραίς, 'που εκάθιζαν οι ήρωες, και τα τείχη μακρυά, ψηλά, ξυλόφρακτα, 'π' όποιος τα ιδή θαυμάζει. 45 και ότ' έφθασαν 'ς του βασιληά τα υπέρλαμπρα παλάτια, η θεά τότε ωμίλησεν, η γλαυκομμάτ' Αθήνη• «Ιδού, ξένε πατέρα μου, το σπίτι οπού μου λέγεις• να δείξω• τώρ' αυτού θα ευρής τους θείους βασιλείς μας εις το τραπέζι• μέσα εσύ προχώρα, και η ψυχή σου 50 ας μη δειλιάση• ο θαρρετός άνδρας εις κάθε πράξι κάλλια προκόβει και αν αυτός έλθη από ξένα μέρη. την δέσποινα πρώτα θα ευρής 'ς τα μέγαρα• και Αρήτη την ονομάζουν ταιριαστά• κ' εκείνη έχει προγόνους τους ίδιους, 'που κατάγεται ο Αλκίνοος βασιλέας. 55 και πρώτα τον Ναυσίθοον ο σείστης Ποσειδώνας γέννησε και η Περίβοια, 'π' ασύγκριτη 'ς τα κάλλη ήταν του Ευρυμέδοντα νεωτάτη θυγατέρα, μεγαλοψύχου βασιληά των προπετών Γιγάντων• αλλ' έχασε τον ασεβή λαόν, κ' εχάθη εκείνος. 60 ο Ποσειδώνας απ' αυτήν έλαβε τον γενναίον Ναυσίθοον, 'που βασιληάς εγίνη των Φαιάκων, κ' έλαβ' υιούς Ρηξήνορα και Αλκίνοον• τον πρώτον εκτύπησ' ο αργυρότοξος Απόλλωνας νυμφίον 'ς τ' άκληρο σπίτι, όπ' άφινε μιαν μόνην θυγατέρα, 65 'π' ο Αλκίνοος νυμφεύθηκε κατόπι, την Αρήτη• και αυτήν ετίμησε ως καμμιά γυναίκα δεν τιμάται 'ς τον κόσμον άλλη απ' όσαις ζουν 'ς ανδρός την εξουσία• τόσον ολόψυχα τιμούν εκείνην και δοξάζουν τ' αγαπημένα τέκνα της, ο Αλκίνοος και μ' εκείνους 70 όλ' οι λαοί, 'π' ως εις θεά 'ς εκείνην αναβλέπουν, κ' εγκάδια την καλολογούν την πόλι ότε διαβαίνει• ότι με νουν λαμπρότατον και αυτ' είναι στολισμένη, και, όπου αγαπά, και των ανδρών ταις διαφοραίς διαλύει. αν ίσως σ' ελεημονηθή και σ' αγαπήση εκείνη, 75 θάρρου, θα ιδής τους ποθητούς, ογλήγορα θα φθάσης 'ς το σπίτι το υψηλόσκεπο, 'ς την γην την πατρικήν σου».

Είπε η γλαυκόφθαλμη θεά, και απ' την τερπνή Σχερία τ' άπατα σχίζει πέλαγα κατά τον Μαραθώνα, και ως φθάν' εις την πλατύδρομη την πόλι της Αθήνας 80 'ς του Ερεχθέα τον ναόν εμβαίνει. και ο Οδυσσέας του Αλκίνου εμπρός 'ς τα υπέρλαμπρα δώματα μεριμνούσε κ' εστέκονταν, το χάλκινο κατώφλι πριν πατήση. ότι ως του ηλίου φαίνονταν ή της σελήνης λάμψι 'ς το μέγα δώμα του υψηλού 'ς το φρόνημ' Αλκινόου• 85 ότ' ήσαν τοίχοι ολόχαλκοι πέρ' από το κατώφλι ως μέσα, και τους έζωνε χαλυβικό στεφάνι• το κτίριο το καλόκτιστο χρυσαίς εκλειούσαν θύραις• οι παραστάταις άργυροι 'ς το χάλκινο κατώφλι• τ' ανώφλ' ήταν ολάργυρο, χρυσός ο κρίκος ήταν• 90 χρυσοί 'σαν σκύλοι και αργυροί 'ς το 'να και τ' άλλο πλάγι• τους έπλασεν ο Ήφαιστος με την σοφή του γνώσι, 'ς το λαμπρό δώμα του υψηλού 'ς το φρόνημ' Αλκινόου φύλακες να ήναι αθάνατοι και αγέραοι 'ς τον αιώνα. 'ς τον τοίχο γύρω αραδιαστά θρονιά και εις τα δυο μέρη 95 απ' το κατώφλι εφαίνονταν ως μέσα πέρα πέρα, και γυναικών καλόγνεστα γιασίδια τα εσκεπάζαν• 'ς εκείνα επάν' οι αρχηγοί καθίζαν των Φαιάκων, κ' έτρωγαν μαζή κ' έπιναν, ότ' είχαν αφθονία. 100 και εις στυλοβάταις τεχνικούς στέκονταν χρυσοί νέοι, κρατώντας εις τα χέρια τους λαμπάδαις αναμμέναις, και των συνδείπνων έφεγγαν 'ς τα δώματα την νύκτα. πενήντα μες το δώμα του γυναίκαις έχει δούλαις• άλλαις αλέθουν τον καρπό, 'που 'ναι ξανθός σαν μήλο, άλλαις υφαίνουσι πανί και κλώθουσι μαλλία, 105 καθήμεναις, και, ως της ψηλής λεύκας τα φύλλα, σειούνται• κ' είναι τα υφάσματα κρουστά, 'που επάνω ρέει το λάδι. και καθώς όλων των ανδρών οι Φαίακες πρωτεύουν να κυβερνούν 'ς την θάλασσαν, όμοια καλαίς τεχνίτραις είναι η γυναίκες 'ς το πανί, ότ' η Αθηνά ταις έχει 110 έργα διδάξει εξαίρετα και νουν λαμπρόν χαρίσει, και της αυλής έξω, σιμά 'ς την θύρα, μέγας κήπος τετράπλεθρος, και λίθινος τον περιζώνει φράκτης. δένδρ' αυτού μέσα υψόνονται χλωρά και φουντωμένα• απιδιαίς είναι και ροϊδιαίς, λαμπρόκαρπαις μηλέαις, 115 και με γλυκόκαρπαις συκιαίς εληαίς θυμό γεμάταις. είναι ο καρπός τους άφθαρτος και ολοχρονής δεν λείπει, χειμώνα, είτε καλόκαιρον• αλλ' άπαυτα φυσώντας αύρα ζεφύρου άλλα γεννά και άλλα ωριμάζει νέα. γερά το απίδι και άλλο ανθεί, το μήλο, και άλλο μήλο, 120 και το σταφύλι και άλλο ανθεί, το σύκο, και άλλο σύκο. και υπάρχει αυτού πολύκαρπο κηπάρι αμπελωμένο, 'που μέρος έχ' ηλιακωτόν εις απλωμένο σιάδι και από τον ήλιο φρύγεται• σταφύλια άλλα τρυγούνται, άλλα πατούνται, κ' έμπροσθεν τ' αμπέλι έχει αγουρίδαις 125 ακόμη μες το ξάνθισμα• να βάφουν αλλ' αρχίζουν. και τεχνικώταταις βραγιαίς 'ς ταις άκραις έχει ο κήπος κάθε λογής, και ολόχρονα 'ς την πρασινάδα λάμπουν. δυο βρύσες μέσα• απλόνεται 'ς όλον τον κήπο η μία, εις το κατώφλι της αυλής η άλλη αποκάτω ρέει 130 προς το παλάτι, όθ' έπαιρναν νερόν όλ' οι πολίταις. τέτοιά 'χε ο Αλκίνοος άφθαρτα των αθανάτων δώρα.

Εστάθη αυτού ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας κυττώντας, και ως εθαύμασε τα πάντα εις την ψυχήν του, 'ς το δώμα μέσα εβάδισε περνώντας το κατώφλι. 135 τους αρχηγούς ηύρεν αυτού και άρχονταις των Φαιάκων, 'που με ποτήρια σπόνδιζαν 'ς τον άγρυπνον Ερμεία, ότι 'ς εκείνον ύστερον, πριν κοιμηθούν, σπονδίζαν. περνά το δώμα ο θλιβερός, ο θείος Οδυσσέας, κρυμμένος εις την καταχνιά, 'που 'χε τον ζώσ' η Αθήνη, 140 ως 'π' έφθασε 'ς τους βασιλείς Αλκίνοον και Αρήτην. αγκάλιασε τα γόνατα εκείνος της Αρήτης, κ' εχύθη ευθύς οπίσω του της καταχνιάς το νέφος. 'ς το δώμα ως είδαν άνθρωπον άφωνοι έμειναν όλοι, και ξυππασμένοι εκύτταζαν• ικέτευ' ο Οδυσσέας• 145 «Αρήτη, του Ρηξήνορα ω κόρη του ισοθέου, 'ς τον άνδρα σου ο πολύπαθος προσπέφτω και εις εσένα, και εις τους συνδείπνους• οι θεοί να τους χαρύνουν ζώντας, και των παιδιών 'ς το σπίτι του καθείς να παραδώση το είναι του, και την τιμή, 'που του 'χει δώσει ο δήμος. 150 κ' εμέ στείλετε ογλήγορα να φθάσω εις την πατρίδα, 'πώχω καιρούς 'που αδημονώ μακράν των ποθητών μου».

Είπε και χάμου εκάθισε 'ς την στάκτη της γωνίστρας, σιμά 'ς την στια• και ησύχαζαν κ' εσιωπούσαν όλοι• και αργά 'ς αυτούς ωμίλησεν ο Εχένηος ο γέρος, 155 ο ήρωας ο αρχαιότερος των άλλων των Φαιάκων• και παλαιά πολλά 'ξευρε κ' ήταν 'ς τους λόγους πρώτος• τούτος αγόρευσε 'ς αυτούς με καλή γνώμη κ' είπε• «Αλκίνοε, δεν είν' εύμορφον, ουδ' είναι πρέπον τούτο, χάμου ο ξένος να κάθεται 'ς την στάκτη της γωνίστρας• 160 τούτοι κρατιούνται, ότι ο καθείς τον λόγον σου αναμένει. αλλά τον ξένον σήκωσε, και εις ασημένιον θρόνον κάθισε αυτόν, και πρόσταξε κρασί να συγκεράσουν οι κήρυκες, να κάμουμε σπονδαίς του βροντοφόρου Διός, οπού τους σεβαστούς ικέταις συνοδεύει• 165 και απ' ό,τι έχ' η κελλάρισσα δείπνον του ξένου ας δώση».

Ο Αλκίνοος τούτ' ως άκουσεν από το χέρι επήρε αμέσως τον πολύγνωμον ανδρείον Οδυσσέα, και απ' την γωνίστρα 'ς το θρονί τον κάθισεν, απ' όπου σήκωσε τον Λαοδάμαντα, τον ανδρικόν υιόν του, 170 οπού σιμά του εκάθιζε, τον πολυαγαπημένον. και νίψιμο η θεράπαινα φέρει και από προχύτην του χύνει, εύμορφον, χρυσόν, εις αργυρή λεκάνη, για να νιφθή• κ' ένα ξυστό τραπέζι βάζει εμπρός του• η σεβαστή κελλάρισσα τον άρτον παραθέτει, 175 και απ' όσα φαγιά φύλαγεν, άφθονα του προσφέρει. έτρωγεν ο πολύπαθος, ο θείος Οδυσσέας• και ο Αλκίνοος προς τον κήρυκα• «Ποντόνοε, συγκέρνα εις τον κρατήρα το κρασί, και μοίρασέ το εις όλους ολόγυρα, όπως κάμουμε σπονδαίς του βροντοφόρου 180 Διός, οπού τους σεβαστούς ικέταις συνοδεύει».

Είπε• και το γλυκύτατο κρασί συγκέρνα εκείνος, και εις όλους έδωσε απαρχή 'ς τα γεμιστά ποτήρια. αφού σπονδίσαν κ' έπιαν όσ' ήθελ' η ψυχή τους, 'ς την μέση τους ο Αλκίνοος τον λόγον πήρε κ' είπε• 185 «Προσέξετ', όλ' οι αρχηγοί και άρχοντες των Φαιάκων, να φανερώσω εγώ 'ς εσάς ό,τ' η ψυχή μου λέγει. αφ' ού δειπνήσετ' άμετε ν' αναπαυθήτε τώρα• και ως φέξη, μέγα κάλεσμα θα γείνη των γερόντων• τον ξένον θα ξενίσουμε, και, αφού των αθανάτων 190 καλά προσφέρουμεν ιερά, θα 'χουμε την φροντίδα τον ξένον μας να στείλουμε, χωρίς κόπον ή λύπη, με ιδική μας συνοδιά, να φθάσ' εις την πατρίδα, πασίχαρος, ογλήγορα, όσο μακράν και αν είναι• ώστε κακό 'ς το μεταξύ και βλάβη να μη πάθη 195 την γην του πριν πατήση αυτός' εκεί κατόπι θα 'χη όσ' απ' αρχής η μοίρα του και η κλώστραις η βαρείαις, η μάννα ότε τον γέννησεν, εκείνου ελινογνέσαν. και αν τούτος πάλ' είναι θεός, οπ' ουρανόθεν ήλθε, κάτι άλλο τότ' οι αθάνατοι μ' αυτό μας οργανίζουν• 200 ότι ως τα τώρ' ασκέπαστοι 'ς εμάς φανερωθήκαν οι αθάνατοι, όταν σφάζουμε ταις πλούσιαις εκατόμβαις• μ' εμάς συντρώγουν, και όπου εμείς κ' εκείνοι συγκαθίζουν• και αν μόνος εις τον δρόμον του κανείς τους απαντήση, δεν κρύβονται, ότι συγγενείς τους είμασθε, όπως είναι 205 οι Κύκλωπες και τ' άγρια τα γένη των Γιγάντων».

Και απάντησε ο πολύγνωμος 'ς εκείνον Οδυσσέας• «Κάθε άλλην έχε μέριμναν, Αλκίνοε• δεν ομοιάζω των αθανάτων, πώχουσι των ουρανών τους θόλους, 'ς την πλάσι, και 'ς τ' ανάστημα• θνητός άνθρωπος είμαι. 210 και όσους θνητούς γνωρίζετε να δέρν' η δυστυχία, 'ς τα πάθη εδύνομουν εγώ να συγκριθώ μ' εκείνους• κ' είχα εγώ ακόμη πλειότερα κακά να εξιστορήσω, όσ' από θείαν θέλησιν όλα μαζή μ' ευρήκαν. είμ' άθλιος• αλλ' αφήστε με για τώρα να δειπνήσω• 215 ότι άλλο πράγμ' αναίσχυντο δεν είναι ως η κοιλία• τον εαυτόν της η σκληρή να στοχασθής σε βιάζει, όσα και αν έχης βάσανα και λύπαις 'ς την ψυχήν σου. κ' εγώ 'χω λύπη 'ς την ψυχή, και ιδού πάντοτ' εκείνη ζητεί να φάγω και να πιω, και όσα 'χω παθημένα 220 μου σβύνει από τον λογισμό και να γεμίση θέλει. σεις πάλι όλα ετοιμάσετε, άμα φωτίσ' η ημέρα, όπως πατήσ' ο άμοιρος την γην την πατρικήν μου, αν και πολλά 'παθα κακά• να ιδώ, και ας αποθάνω, το κτήμα μου, τους δούλους μου, και το υψηλό παλάτι». 225

The book keeps going

Keep reading, and see it illustrated

Reading is free forever. Sign up and watch scenes appear while you read.

Illustrated scene from Alice's Adventures in WonderlandIllustrated scene from The Adventures of Sherlock HolmesIllustrated scene from Frankenstein

Scenes Storieta drew for other classics.

New illustrated classics

A new classic, drawn, in your inbox.

Once or twice a month: the latest books to get full character casts, scene art, and free comic editions. No account needed.