Storieta
English
Sign up

The opening · free to read

— Μη φεύγης, πατέρα, δεν ακούεις ο άνεμος πώς φυσά! — Και ημπορώ να μη φύγω, παιδί μου; Αν δεν ψαρέψω, πώς να φέρω το βράδυ χρήματα 'ς το σπίτι!

Και με όλην την κακοκαιρίαν έλυσε την βάρκαν του ο κυρ Σταμάτης ο πατέρας της μικράς Φωτεινής, και έφυγεν εις την ανοικτήν θάλασσαν.

Μικρά ήτον η βάρκα, αλλ' ήτον άφοβος ο κυρ Σταμάτης· με απλωμένα τα πανιά της ωρμούσε 'ς το πέλαγος δια να πιάνη με τ' αγκίστρια του τα μεγάλα εκείνα ψάρια, τα οποία ακριβοπληρώνουν οι πλούσιοι, όταν τα ευρίσκουν εις την αγοράν.

Ήτο πολύ πτωχός ο κυρ Σταμάτης· είχε την καλύβα του εκεί κοντά 'ς την ακροθαλασσιά, κατοικούσε εις αυτήν με την Φωτεινήν και την Βασιλικήν, μεγαλυτέραν αδελφήν της, και με την καλήν των μητέρα, η οποία εκείνας τας ημέρας είχεν αποκτήσει ένα μωρό, τον χαϊδευμένον απ' όλους Γιαννάκην.

Χαρούμενος έφυγε το πρωί ο κυρ Σταμάτης, αλλά πόσον δυστυχής επέστρεψε το βράδυ!

Ένα μεγάλο κύμα αναποδογύρισε την βάρκα του και την έκαμε θρύμματα· θα επνίγετο βέβαια και αυτός, αν εκείνην την στιγμήν δεν επερνούσεν ένα πλοίον. Τον είδεν ο πλοίαρχος από μακράν να παλαίη με τα κύματα και έστειλε και τον έσωσε. Τον έφεραν το βράδυ εις το σπίτι πληγωμένον και κτυπημένον εις όλον του το σώμα.

Και τώρα η μικρά Φωτεινή κάθηται παράμερα εις μίαν γωνιά της καλύβας· τα δύο της ωραία ματάκια, τα οποία, όταν είνε χαρούμενα, λάμπουν σαν να έχουν μέσα των αληθινό φως, είνε γεμάτα δάκρυα.

Έξαφνα ο ταχυδρόμος εκτύπησε την θύραν.

— Καλώς τα δέχθηκες, κυρ Σταμάτη, εφώναξε· σου φέρνω γράμμα από τον πατέρα σου!

Αλλά πώς να διαβάση, καθώς ήτο ο κυρ Σταμάτης, το γράμμα!

Με τα ολίγα γράμματά της, όπως ημπόρεσε το εδιάβασεν η μητέρα.

— Ο πατέρας μας γράφει, είπεν επί τέλους εκείνη, ότι έπεσε πάλιν εις το στρώμα πιασμένος από ρευματισμούς, και με παρακαλεί να πάγω να τον περιποιηθώ. Αλλά τώρα να σ' αφήσω εσένα έτσι, ποτέ δεν γίνεται· ούτε να πάρω μαζί μου τον Γιαννάκη... ημπορεί να κρυώση το αβάπτιστο μωρό εις τον δρόμο — ημπορεί να πάθη.

— Στείλε την Βασιλική.

— Ίσια, ίσια δεν την θέλει· παραπονείται ότι την άλλην φοράν, όταν την εστείλαμεν, η Βασιλική έτρεχεν εις τα χωράφια να παίζη και τον άφινεν ολομόναχον. Εμένα παρακαλεί να 'πάγω...

Η Φωτεινή απ' την γωνιά, όπου εκάθητο, εσπόγγισε τα δάκρυά της και ήλθε.

— Στείλε με εμένα, μητέρα.

— Εσύ! τόσο μικρή τι θα ημπορέσης να κάμης!

— Ω! στείλε με και θα ιδής. Πώς ν' αφήσωμε τον καϋμένο τον παππού ολομόναχο και άρρωστο!

Πριν ξημερώση, η Φωτεινή έκαμεν ένα δέμα τα ολίγα πράγματα, όσα της εχρειάζοντο, και, με την ευχήν του πατέρα και της μητέρας της εξεκίνησεν.

— Ο Θεός να είνε μαζί σου 'ς το δρόμο σου, της είπαν.

Έπρεπε να περιπατήση όλην την ημέραν η μικρά κόρη, διότι ο παππούς εκατοικούσε πολύ μακρυά. Εάν έως το μεσημέρι επεριπατούσε, χωρίς να σταθή πουθενά, μόλις τότε θα έφθανεν εις το βουνόν, το οποίον τώρα, εις το γλυκοχάραγμα της αυγής, διέκρινε πολύ μακρυά εμπρός της, εκεί όπου ο ουρανός εφωτίζετο μ' ένα γλυκύ τριανταφυλλένιο χρώμα. Έπειτα, αφού θα έκαμνε τον γύρον του βουνού, έπρεπε πάλιν να περιπατήση έως το βράδυ, χωρίς πούπετα να σταθή, και τότε μόνον θα έφθανεν εις τον ελαιώνα, όπου ο παππούς, πέραν εις την άκραν της ρεματιάς, είχεν ένα χωράφι ιδικόν του σπαρμένο με βαμβακιές και δίπλα εκεί την πτωχικήν του καλύβην.

Η Φωτεινή περιπατούσε συλλογισμένη· η λύπη της ήτο, διότι ο πατέρας της δεν είχε πλέον βάρκα, θα επήγαινε τώρα ως υπηρέτης εις άλλον ψαράν να εργάζεται με το ημερομίσθιον.

Εσυλλογίζετο και τον παππού της... Ολομόναχος ο καϋμένος ο γέρος, καθώς είνε, να πονή και να μη μπορεί να κουνηθή!

Καλά έκανα να πάρω μαζί μου την δακτυλήθρα μου, το ψαλίδι μου, κλωσταίς και βελόνες· θα κάθωμαι εις το πλάι του να διορθώνω τα ρούχα του, και θα του λέγω και όσα τραγούδια ξεύρω διά να τον διασκεδάζω. Κρίμα, ότι δεν ημπορώ καλά ακόμη να διαβάζω, αλλά θα βάλω τα δυνατά μου διά να τον κάμνω να λησμονή τους πόνους του.

Με αυτούς τους συλλογισμούς το πονετικό κορίτσι έφθασεν έως τον μισόν δρόμον χωρίς διόλου να κουρασθή. Είδε τότε τον ήλιον υψηλά και ενόησεν ότι ήτο μεσημέρι· εκάθισεν εις την σκιάν, κάτω από ένα δένδρον διά να φάγη το πτωχικόν της γεύμα· ολίγαις μόνον εληαίς και ψωμί είχε βάλει η μητέρα της εις το καλαθάκι της. Αυτό μόνον είχαν οι πτωχοί άνθρωποι εις το σπίτι! Αλλ' η Φωτεινή έτρωγε με πολλήν όρεξιν· έξαφνα ακούει γύρω της κάτι λεπταίς και παραπονετικαίς φωναίς. Πουλάκια είνε! λέγει. Σηκώνει τα 'μάτια της και βλέπει επάνω εις το δένδρον μίαν μισοκρημνισμένην φωληάν. Αχ! ο άνεμος ο δυνατός, που έσπασε του πατέρα μου την βάρκα, θα γκρέμισε και αυτή τη φωλίτσα!.. Αφίνει τότε το ψωμί της και ζητεί τα πουλάκια. Ήσαν πέντε μικρά, χωρίς πτερά ακόμη, τόσο μικρά, ώστε το τριμμένο ψωμί, το οποίον επροσπάθησε να τους δώση να φάγουν η Φωτεινή, δεν ήξευραν να το καταπιούν!

— Αν τ' αφήσω εδώ, καμμία αλεπού από το βουνόν, κανένα φίδι, θα τα φάγουν εξάπαντος, συλλογίζεται με ανησυχίαν· πρέπει να τα βάλω πάλιν υψηλά επάνω εις το δένδρον, αλλά πώς; .... Πολλήν ώραν εσυλλογίσθη η μικρά κόρη, αλλ' επιτέλους το ηύρε.

— Το καλαθάκι μου, είπεν, αν βγάλω το σκέπασμά του, θα ομοιάζη σωστή φωληά. Εσύναξε γύρω της ξηρά χόρτα· ηύρε και μέσα εις κάτι αγκάθια ένα χνούδι μαλακό, και έστρωσε με αυτό το καλάθι της.

— Ω! τι ωραία τώρα!

Έβαλε μέσα τα πέντε πουλάκια. Αλλά πρέπει να δέσω την καινούργια φωληά υψηλά επάνω εις το δένδρο, διά να μη πέση και αυτή, συλλογίζεται. Με τι όμως;... Έξαφνα κτυπά με χαράν τα χέρια! Α! ξεύρω με τι!

Είχε δεμένην η Φωτεινή την πλεξούδαν της με μιαν ωραίαν κορδέλλα τριανταφυλλιάν· προχθές της την είχεν αγοράσει η μητέρα της, όταν την επήρεν εις το πανηγύρι· και πόσον είχε καμαρώσει η μικρά, όταν έδεσε με αυτήν τα μαλλιά της! Τώρα όμως συλλογίζεται... — Τα πουλάκια δεν έχουν φωληά, ας οικονομηθώ εγώ και χωρίς κορδέλλα . . .

Και αμέσως βγάζει το ψαλίδι της και κόπτει την ωραίαν της κορδέλλαν εις δύο. Έπειτα ανεβαίνει χαρούμενη επάνω εις το δένδρον και υψηλά, εις το πλέον στερεό κλαδί δένει το καλαθάκι της από το ένα χέρι του και από το άλλο με την κορδέλλαν, τόσο σφικτά, ώστε και ο πλέον δυνατός άνεμος δεν θα ημπορούσε να το ξεκολλήση.

Ευτυχής τώρα εξακολουθεί τον δρόμον της. — Τι καλά, συλλογίζεται, όταν έλθη η μητέρα των, δεν θα εύρη τα παιδάκια της σκορπισμένα, θα τα εύρη σε ζεστή μέσα φωληά.

Το δειλινό επείνασε πάλιν και έβγαλεν από την τσέπην της το ολίγο ψωμί που της έμεινεν, αλλ' ενώ έτρωγε, παρατηρεί σε μία μεγάλην πέτραν δεμένο μ' ένα χονδρό σχοινί ένα αρνάκι. Ω! το δυστυχισμένο ζώον! είπε. Θα το ελησμόνησαν εκεί όλην την ημέραν μέσα 'ς τον ήλιο, και δι' αυτό έχει κρεμασμένο κάτω το κεφαλάκι του! Τρέχει κοντά του και εκείνο με ένα πολύ παραπονετικόν μ π έ, σαν να ζητούσε κάτι να της ειπή. Η Φωτεινή με την πονετικήν της καρδιά, ενόησε. Διψά, είπε· κυττάζει γύρω της και βλέπει μίαν μισοκρημνισμένην καλύβα· εκεί κοντά ήτο και ένα πηγάδι και είχε κουβάν! Χωρίς να χάση στιγμήν, βγάζει νερό και ποτίζει το αρνάκι. Τρέχει έπειτα και μαζεύει μίαν αγκαλιά τριφύλλια και τρυφερά βλαστάρια. Αλλ' ενώ έβλεπε με χαράν το αρνί να τρώγη, ακούει να της κτυπούν μέσα από την καλύβα. Μία γρηά με ζαρωμένο πρόσωπον εφάνη εις το παράθυρον.

— Αι! κοριτσάκι, της φωνάζει, αφού εσυλλογίσθης να ποτίσης το αρνί μου, συλλογίσου κ' εμένα και γέμισέ μου την στάμνα μου.

Έτρεξεν η Φωτεινή και έφερε την στάμναν γεμάτην έως εις την θύραν αλλ' η γρηά δεν εφάνη με τούτο ευχαριστημένη. — Έμβα και μέσα, της λέγει· κύτταξε πώς είνε άνω κάτω η καλύβα μου! Μία πέτρα μεγάλη εκύλισεν έως εδώ από το βουνό από το λατομείον εκείνο, όπου βλέπεις τώρα να βγάζουν μάρμαρα, και μου έσπασε το πόδι· έχω ημέρες πολλές εις το στρώμα και κανείς δεν εσυλλογίσθη να έλθη να ερωτήση, αν χρειάζομαι τίποτε. . .

— Και τι θέλεις να σου κάμω; απαντά με καλωσύνην η Φωτεινή.

— Να σαρώσης, να στρώσης το κρεβάτι μου, ν' ανάψης φωτιά!

— Ω, είπεν η μικρά κόρη δεν βαρύνομαι την δουλειά, αλλά βιάζομαι να φθάσω 'ς τον παππού. Πώς να σ' αφήσω όμως κ' εσένα παραπονεμένην. . . Θα σου κάμω όσα μου εζήτησες και έπειτα θα τρέξω, θα τρέξω 'ς τον δρόμον μου όσο βιαστικά ημπορώ.

Και αμέσως η μικρά κόρη, διά να έχη ελευθερίαν εις την εργασίαν της, έβγαλε το σαλάκι, με το οποίον την είχε τυλίξει το πρωί η μητέρα της, και ήρχισε να συγυρίζη τα πάντα με προθυμίαν. Εις ολίγην ώραν όλα ήσαν έτοιμα· αλλ' η γρηά ανοίγει τότε μίαν άλλην θύραν, δίπλα εις το κρεβάτι της.

— Βλέπεις τι είνε εκεί μέσα; την ερωτά.

The book keeps going

Keep reading, and see it illustrated

Reading is free forever. Sign up and watch scenes appear while you read.

Illustrated scene from FrankensteinIllustrated scene from The Great GatsbyIllustrated scene from Pride and Prejudice

Scenes Storieta drew for other classics.

New illustrated classics

A new classic, drawn, in your inbox.

Once or twice a month: the latest books to get full character casts, scene art, and free comic editions. No account needed.