Storieta
English
Sign up

The opening · free to read

Μετέφρασα διά σας αυτά τα παραμύθια, διότι σας αξίζει, αφού μάθητε τα μαθήματά σας και τελειώσητε τα χρέη σας, να έχητε τι να διαβάσατε προς διασκέδασιν, ας είναι και παραμύθια. Εύχομαι δε να πολλαπλασιασθώσιν αι τοιαύται αναγνώσεις σας, και παρακαλείτε τους φίλους και τους διδασκάλους σας σάς ετοιμάζωσι βιβλία διασκεδαστικά, και γραμμένα εις γλώσσαν απλήν και εύκολον, ώστε να καταλαμβάνητε κάθε τι και να τα νοστιμεύησθε. Είμαι δε βέβαιος ότι αντί να σας απασχολώσι και να σας κάμνωσιν αμελείς, τα τοιαύτα βιβλία θ' ανοίξωσι την όρεξίν σας διά την ανάγνωσιν και θ' αυξήσωσι την επιθυμίαν σας να μάθητε πολλά πράγματα.

Όσον δι αυτά τα παραμύθια, ελπίζω ότι θ' αποκτήσωσι και εις ημάς όσην εύνοιαν απέκτησαν εις όλην την λοιπήν Ευρώπην και εις την Αμερικήν. Παντού έγειναν η αγαπημένη ανάγνωσις των παιδιών, συχνά δε και των μεγάλων. Τα βασιλόπουλα και τα χωριατόπουλα με ίσην ευχαρίστησιν τα αναγινώσκουσιν. Ο δε συγγραφεύς διηγείται εις την βιογραφίαν του πως ήρεσαν και εις τον ιδικόν μας βασιλέα, ότε ήτο παιδάκι.

Επεθύμουν να σας έλεγά τι και περί του βίου του συγγραφέως: Πώς από πτωχόν και αγράμματον παιδί κατώρθωσε με κόπους και στερήσεις και επιμονήν, και με την βοήθειαν του Θεού, να γείνη ένας από τους πλέον ονομαστούς συγγραφείς της Δανίας, θα ήτο καλόν μάθημα διά σας να ιδήτε τι κάμνει η επιμονή και η επιμέλεια, και τι κρίμα είναι να μη ωφελήται τις και να μη προοδεύη, όταν δεν του λείπωσι τα μέσα. Αλλά πού να σας τα λέγω τώρα; Φροντίσατε καμμίαν άλλην φοράν ν' αναγνώσητε την βιογραφίαν του. Τώρα αναγνώσατε τα παραμύθιά του.

Ο φίλος σας. Δ. Β.

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ. Σελίς. ΤΑ ΦΟΡΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ.......... 1 ΤΟ ΑΣΧΗΜΟΠΑΠΟΝ ................ 10 ΤΟ ΧΑΜΟΜΗΛΟΝ ................ 26 ΕΙΝΑΙ ΑΛΗΘΕΣΤΑΤΟΝ ............... 33 Η ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΡΕΒΙΘΙ......... 38 Ο ΣΤΑΘΕΡΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ............ 42 ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΔΡΑΧΜΗΣ............. 51 Η ΣΑΚΚΟΡΡΑΦΑ.................. 59 ΟΙ ΔΥΩ ΚΛΩΣΟΙ .................. 66

ΤΑ ΦΟΡΕΜΑΤΑ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ.

Ήτο μίαν φοράν ένας βασιλεύς, ο οποίος αγαπούσε τόσον πολύ τα νέα φορέματα, ώστε εξώδευεν όλα του τα χρήματα διά να ενδύεται μεγαλοπρεπώς. Δεν τον έμελε ούτε διά στρατιώτας, ούτε διά θέατρα, και η μόνη του ευχαρίστησις ήτο να εβγαίνη με την άμαξαν και να βλέπη ο κόσμος τα λαμπρά του φορέματα. Διά κάθε ώραν της ημέρας είχε χωριστήν ενδυμασίαν, και ο λαός έλεγε περί αυτού: «ο βασιλεύς αλλάζει τώρα», καθώς αλλού λέγουν: «ο βασιλεύς έχει συμβούλιον.»

Η μεγαλούπολις, όπου εκατοικούσεν, ήτο ζωηροτάτη, και πάμπολλοι ξένοι ήρχοντο και έφευγαν ακατάπαυστα. Μίαν ημέραν ήλθαν και δύο αγύρται, οι οποίοι έκαμναν τον υφαντήν και εκήρυτταν ότι κατασκευάζουν λαμπρότατα υφάσματα. Όχι μόνον τα χρώματα και τα σχέδιά των, έλεγαν, είναι τα ωραιότερα οπού γίνονται, αλλά το ύφασμά των έχει την περίεργον ιδιότητα να γίνεται άφαντον δι' εκείνους μόνον τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι ή όλως διόλου παλαβοί, ή ανάξιοι διά την θέσιν την οποίαν κατέχουν.

— Αυτό το ύφασμα θα κάμη περίφημα φορέματα, είπε μέσα του ο βασιλεύς. Όταν τα φορώ θα ημπορώ αμέσως να καταλαμβάνω, ποίοι από τους υπαλλήλους μου είναι ικανοί και ποίοι ανάξιοι· θα διακρίνω τον έξυπνον από τον ανόητον. Χωρίς άλλο! πρέπει να μου κατασκευάσουν αμέσως φορέματα από αυτό το ύφασμα.

Και έδωκεν εις τους αγύρτας χρήματα διά ν' αρχίσουν να εργάζωνται.

Οι αγύρται έστησαν δύο εργαλεία και ήρχισαν τάχα να υφαίνουν, χωρίς να έχουν πραγματικώς ούτε στημόνι ούτε υφάδι· εζήτησαν μετάξια και χρυσάφια πολυτελέστατα, αλλά αυτά όλα τα έκρυβαν, και εδούλευαν εις τα ψεύματα και χωρίς τίποτε τα εργαλεία, από την αυγήν έως τα μεσάνυκτα.

— Ήθελα να εγνώριζα πως προχωρεί το ύφασμα, είπε μέσα του ο βασιλεύς. Αλλά όταν ενθυμήθη ότι οι ανάξιοι διά την θέσιν των δεν θα ημπορούν να το ιδούν, τα εχρειάσθη· όχι βέβαια ότι εφοβήθη διά τον εαυτόν του· αλλ' επροτίμησε να στείλη κανένα άλλον να ιδή πώς πηγαίνει η υπόθεσις.

Όλοι οι κάτοικοι της πόλεως εγνώριζαν την ιδιότητα του υφάσματος, και είχαν μεγάλην περιέργειαν να ιδούν ποίος από τους φίλους των ήτο παλαβός και ποίος ανάξιος.

— Θα στείλω τον γέροντα υπουργόν μου, λέγει ο βασιλεύς. Είναι τίμιος και φρόνιμος και καταλληλότατος διά το αξίωμά του, και ημπορεί αυτός να κρίνη αν είναι εύμορφον το ύφασμα.

Υπήγε λοιπόν ο γέρων υπουργός εις το εργαστήρι, όπου οι αγύρται εδούλευαν τα άδεια εργαλεία.

— Κύριε ελέησονί! λέγει ο υπουργός, και τεντόνει τα μάτια του. Δεν βλέπω τίποτε.

Αλλ' αυτά τα είπε μέσα του.

Οι δύο αγύρται τον παρεκάλεσαν να πλησιάση, και τον ηρώτησαν πώς του αρέσει το σχέδιον και τα χρώματα, και του εδείκνυαν τα εργαλεία· ο δε υπουργός ήνοιγε τα μάτια του, αλλά δεν έβλεπε τίποτε, αφού δεν είχε τι να ιδή.

— Καλέ, τόσον ανόητος είμαι; εσυλλογίζετο · και να μη μου περάση ποτέ από τον νουν! Αλλά δεν πρέπει να το μυρισθή κανείς άλλος. Δεν είμαι ικανός διά το υπουργείον μου; Όχι! δεν συμφέρει ν' αποδείξω ότι δεν βλέπω το ύφασμα.

— Πώς σας φαίνεται; ηρώτησεν ο ένας υφαντής.

— Ωραίον, λαμπρόν! απεκρίθη ο υπουργός, και έβλεπε με τα υαλιά του. Αξιόλογον σχέδιον, και τι χρώματα! Πηγαίνω να είπω του βασιλέως ότι μου υπεραρέσει.

— Σας ευχαριστούμεν πολύ, είπαν οι υφανταί· και του επερίγραψαν τα διάφορα χρώματα, και του εξήγησαν το περίεργον σχέδιον. Ο υπουργός ήκουε με προσοχήν διά να επαναλάβη κάθε τι εις τον βασιλέα. Και επήγε και του τα επανέλαβε.

Οι αγύρται εζήτησαν και άλλα χρήματα και μετάξια και χρυσάφια διά να εξακολουθήσουν την εργασίαν των, πλην τα έκρυβαν όλα, και εξηκολούθησαν να δουλεύουν εις τα γεύματα τα άδεια υφαντήρια.

Ο βασιλεύς έστειλε κατόπιν άλλον τίμιον υπουργόν να ιδή πώς πηγαίνει η εργασία, και πότε θα τελειώση το ύφασμα. Και αυτός την έπαθε καθώς ο πρώτος· έβλεπε και έβλεπε, αλλ' αφού δεν είχε τίποτε εις το εργαλείον, δεν ημπορούσε να ιδή τίποτε.

— Δεν σας αρέσει το ύφασμα; ηρώτησαν οι αγύρται· και έδειξαν και εξήγησαν λεπτομερώς το ωραίον σχέδιον, το οποίον όμως δεν υπήρχε.

— Δεν είμαι κουτός, εσυλλογίζετο ο υπουργός· φαίνεται ότι διά την θέσιν μου δεν είμαι άξιος. Περίεργον! Αλλά δεν πρέπει να το αποδείξω.

Ήρχισε λοιπόν να επαινή το ύφασμα, το οποίον δεν έβλεπε, και να θαυμάζη τα λαμπρά χρώματα και το ωραίον του σχέδιον.

— Είναι περίφημον πράγμα! είπεν εις τον βασιλέα.

Όλοι οι πολίται ήκουσαν και ωμιλούσαν διά το μεγαλοπρεπέστατον ύφασμα. Και ο βασιλεύς ηθέλησε να το ιδή, ενώ ακόμη το ύφαιναν. Υπήγε λοιπόν με εκλεκτήν συνοδείαν και με τους δύο του υπουργούς, τους οποίους είχε στείλει πριν, και ήυρε τους δύο αγύρτας, οι οποίοι χωρίς στημόνι και χωρίς υφάδι επροσποιούντο ότι υφαίνουν επάνω και κάτω.

— Δεν είναι ωραίον τω όντι; εφώναξαν και οι δύο υπουργοί. Παρατηρήσατε, Μεγαλειότατε, το σχέδιον και τα χρώματα.

Και εδείκνυαν το άδειον εργαλείον, διότι εφαντάζοντο ότι οι άλλοι έβλεπαν το ύφασμα.

— Τι τρέχει; εσυλλογίζετο ο βασιλεύς. Δεν βλέπω τίποτε! Φρίκη! Είμαι κουτός; Δεν είμαι άξιος να είμαι βασιλεύς; Τι έπαθα! Και επρόσθεσε δυνατά:

— Είναι πολύ καλόν! Μας ευχαριστεί εις άκρον!

Και εκίνησε την κεφαλήν του ωσάν να ήτο ευχαριστημένος, και επαρατηρούσε το εργαλείον με προσοχήν, διότι δεν του ήρχετο να ομολογήσει ότι δεν βλέπει τίποτε. Όλοι δε όσοι ήλθαν μαζή του εκύταζαν και εκύταζαν χωρίς να βλέπουν τίποτε, αλλά επανέλαβαν όλοι τας λέξεις του βασιλέως: «Είναι πολύ καλόν!» Και τον παρεκίνησαν να κάμη από το ύφασμα τούτο φορέματα διά την παράταξιν, η οποία επρόκειτο να γείνη τας ημέρας εκείνας. Από στόμα εις στόμα επήγαιναν αι λέξεις: «ωραίον, λαμπρόν, τεχνικώτατον!» Ο θαυμασμός ήτο γενικός, και ο βασιλεύς έδωκεν εις τους αγύρτας τον τίτλον: υφανταί της Βασιλικής αυλής.

Όλην την νύκτα προ της τελετής οι αγύρται δεν εκοιμήθησαν: Ήναψαν δεκαέξ λύχνους, και ο λαός τους έβλεπε από τα παράθυρα να υφαίνουν τα βασιλικά φορέματα.

Επί τέλους επροσποιήθησαν ότι εβγάζουν το ύφασμα από το εργαλείον, έκοβαν τον αέρα με μεγάλα ψαλίδια, έρραψαν με βελόνας χωρίς κλωστήν και εκήρυξαν ότι τα βασιλικά φορέματα είναι έτοιμα.

Ο βασιλεύς υπήγε πάλιν με την συνοδείαν του· οι δε αγύρται εσήκωναν το έν χέρι, ωσάν να εκρατούσαν κάτι, και έλεγαν: Ιδού το βρακί, ιδού ο επενδύτης, ιδού ο μανδύας, και ούτω καθεξής. Είναι ωσάν αράχνη, και νομίζει τις ότι δεν φορεί τίποτε. Τόσον είναι ελαφρά! αλλά τούτο είναι η ωραιότης του υφάσματος!

— Πραγματικώς! έλεγαν οι ακόλουθοι του βασιλέως. Αλλά τίποτε δεν έβλεπαν, διότι τίποτε δεν υπήρχε.

— Μας δίδει την άδειαν η βασιλική Μεγαλειότης σας, είπαν οι αγύρται, να σας αλλάξωμεν, και να σας βάλωμεν τα νέα αυτά φορέματα εμπρός εις τον καθρέπτην;

Ο βασιλεύς έβγαλε τα φορέματά του, και άρχισαν οι αγύρται να τον ενδύουν τάχα με τα νέα, το έν κατόπιν του άλλου· ο δε βασιλεύς εγύριζε και εγύριζε και έβλεπεν εις τον καθρέπτην.

The book keeps going

Keep reading, and see it illustrated

Reading is free forever. Sign up and watch scenes appear while you read.

Illustrated scene from The Adventures of Sherlock HolmesIllustrated scene from FrankensteinIllustrated scene from The Great Gatsby

Scenes Storieta drew for other classics.

New illustrated classics

A new classic, drawn, in your inbox.

Once or twice a month: the latest books to get full character casts, scene art, and free comic editions. No account needed.